Τουρκικά ρήγματα – Μια Χώρα σε Αναζήτηση Ταυτότητας

Το βιβλίο της ελβετίδας δημοσιογράφου Amalia Van Gent εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2008 στα γερμανικά. Ωστόσο, αν και οι εξελίξεις έκτοτε ήταν σημαντικές, αποτελεί μια πλήρη χαρτογράφηση των πολιτικών και κοινωνιολογικών στοιχείων που συνθέτουν τη σημερινή Τουρκία, η οποία ακόμα δεν έχει βρει τον τελικό της στόχο.

Το βιβλίο της δημοσιογράφου Amalia Van Gent (Tουρκικά Ρήγματα, Εκδ. Παπαζήση 2011), είναι ένα βιβλίο το οποίο περιλαμβάνει οξείες παρατηρήσεις και σχόλια για την πολύπλοκη, πολύχρωμη, σύγχρονη Τουρκική κοινωνία η οποία αλλάζει πολύ γρήγορα και στο εσωτερικό της διατηρεί έντονες αντιφάσεις.

Η Amalia Van Gent η οποία δούλεψε ως δημοσιογράφος στην Τουρκία, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά την Τουρκική κοινωνία και με ευγλωττία παρουσιάζει τις αντιφάσεις της σύγχρονης Τουρκίας. Για παράδειγμα, στον πρόλογο του βιβλίου καθώς αναφέρεται στο Πέρα, περιγράφει με περιληπτικό τρόπο την διαδικασία διαμόρφωσης του σύγχρονου Τουρκικού κράτους. Ενώ από τη μια παρουσιάζει την αλλαγή και την εξέλιξη αυτής της εκλεκτής περιοχής η οποία κάποτε υπήρξε η πιο κοσμοπολίτικη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, καθώς και την καταπίεση στις μη Μουσουλμανικές κοινότητες, από την άλλη ρίχνει φως στην πολύχρωμη δομή της Τουρκικής κοινωνίας. Η συγγραφέας, περιγράφει με βαθιές κοινωνιολογικές παρατηρήσεις το τρόπο που οι άνθρωποι από την επαρχία κατέκλυσαν την περιοχή και το πως διαφορετικοί τρόποι ζωής συνυπάρχουν στο ίδιο περιβάλλον.

Με τον ίδιο τρόπο, στο πρώτο κεφάλαιο ασχολείται με την σύγχρονη Τουρκική ταυτότητα κάνοντας ενδιαφέροντα σχόλια όσον αφορά στις υπάρχουσες αντιφάσεις και κρίσεις ταυτότητας. Η συγγραφέας, εστιάζει την προσοχή της στο γεγονός ότι παρόλο που ο κοσμικός Τουρκικός εθνικισμός του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ αποκλείει την θρησκεία, ένας μεγάλος αριθμός του Τουρκικού λαού προσδιορίζουν τον εαυτό τους ως Μουσουλμάνοι; και όχι μόνο αυτό αλλά ζητούν όπως ο τρόπος ζωής τους γίνει αποδεχτός. Για παράδειγμα, ζητούν όπως οι φοιτήτριες με μαντήλα μπορέσουν να μορφωθούν ελεύθερα στα Τουρκικά πανεπιστήμια και επίσης αγωνίζονται εναντίον της Κεμαλιστικής γραφειοκρατίας και του καθεστώτος που την διατηρεί.

Σήμερα, στην κοινωνική ζωή της Τουρκίας έχουν σημαντική θέση θρησκευτικά Τάγματα πιο δυνατά από αυτά που κάποτε είχε καταργήσει ο Μουσταφά Κεμάλ. Επίσης, η συγγραφέας, υπογραμμίζει την επιστροφή στην ημερήσια διάταξη των οραμάτων του Παντουρκισμού μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης παρόλο που ο Ατατούρκ με ένα διαφορετικό τρόπο από αυτό των Νεοτούρκων είχε απορρίψει τον Παντουρκισμό και είχε περιορίσει την επιρροή του Τουρκικού Εθνικισμού εντός της Τουρκίας.

Μία από τις πιο σημαντικές και βασικές ιδιαιτερότητες του Κεμαλισμού, ο οποίος θεωρείται η επίσημη ιδεολογία του Τουρκικού κράτους, αλλά αποδυναμώθηκε στο πέρασμα του χρόνου, είναι η απόρριψη του οθωμανικού παρελθόντος και της κληρονομιάς του. Το οθωμανικό παρελθόν όχι μόνο προστέθηκε ως ένα μέσο διαμόρφωσης της σύγχρονης Τουρκικής ταυτότητας, αλλά εμφανίστηκε και μια κάποιου είδους νοσταλγία. Ενώ κάποιοι κάνουν λόγω για το Σύστημα Millet το οποίο μπορεί να παρέχει τη δυνατότητα για τη δημιουργία ενός πολυπολιτισμικού περιβάλλοντος πολλών ταυτοτήτων, κάποιοι άλλοι νοσταλγούν την δύναμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και για αυτό κάνουν αναφορά στην «Ήπια Δύναμη» της Τουρκίας. Όπως και αν έχει, η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η παράδοση της έχουν γίνει πλέον ένα αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης Τουρκικής ταυτότητας.

Το σχέδιο για μια «ομοιογενή Τουρκική» κοινωνία που οραματίστηκαν οι ιδρυτές τις Τουρκίας τονίζοντας «Τι ευτυχία να λέγεις ότι είσαι Τούρκος» δεν πέτυχε και πολύ. Παρ’ όλες τις προσπάθειες του κράτους για αφομοίωση, ο Κουρδικός λαός διατήρησε την ταυτότητα του και σήμερα με έναν αγώνα και κίνημα ταυτότητας, αναγκάζει την Τουρκική Δημοκρατία να αναπτύξει «Πολιτική Αναγνώρισης». Ενώ κάποτε η ύπαρξη των Κούρδων τους οποίους ονόμαζαν «Τούρκους των Ορέων» δεν αναγνωριζόταν, πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί ακόμα και από τους πιο εθνικιστικούς κύκλους.

Το βιβλίο της Amalia Van Gent, είναι ένα βιβλίο το οποίο περιγράφει με ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις ότι η Τουρκία του σήμερα είναι μια Τουρκία διαφορετική από την Τουρκία που οραματίστηκαν ο Ατατούρκ και οι συνεργάτες του. Σε αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να αναφέρουμε ότι η μεγαλύτερη επιθυμία του Ατατούρκ να κάνει την Τουρκία μέρος του «Δυτικού Πολιτισμού» ακόμα συνεχίζεται. Όμως, στις μέρες μας αυτή η επιθυμία δεν υφίσταται πλέον ως ένα αφηρημένο σχέδιο «πολιτισμού», αλλά μετατράπηκε στον συγκεκριμένο στόχο ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία στηρίζεται σε συγκεκριμένες αξίες. Για την πραγματοποίηση αυτού του στόχου η Τουρκία πρέπει να περάσει μέσα από μια διαδικασία ριζικής δημοκρατικής μεταρρύθμισης.

Σε αυτό το σημείο, όπως διευκρινίζει και η συγγραφέας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Ενώ αυτοί που ονομάζουν τους εαυτούς τους «Κεμαλιστές» δεν δείχνουν πρόθυμοι να στηρίξουν την εκδημοκρατικοποίηση και μάλιστα γυρίζουν την πλάτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η πολιτική και οικονομική ελίτ της Μουσουλμανικής παράταξης υποστηρίζει την πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ενσωμάτωση της στην παγκόσμια οικονομία. Οι Κεμαλιστές αντιμετωπίζουν την παγκοσμιοποίηση ως απειλή. Για παράδειγμα, τον Αύγουστο του 2010 ο Στρατηγός Κοσανέρ ο οποίος μεταφέρθηκε στην Αρχηγία του Γενικού Επιτελείου, ένα χρόνο πριν, όταν ήταν ακόμα διοικητής του Πεζικού δήλωσε τα εξής: «Η προπαγάνδα που δημιουργήθηκε σε ένα μετα-μοντερνικό πλαίσιο από την πλευρά των Διεθνών Δυνάμεων και κυκλοφορεί στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, σε κάποιους ακαδημαϊκούς και οικονομικούς κύκλους καθώς και σε κοινωνικές οργανώσεις του εσωτερικού, και η επίδραση της αποτελούν δηλητήριο και στηρίζουν τις προσπάθειες αποδυνάμωσης και διάλυσης των εθνικών αξιών και των παραμέτρων ασφαλείας».

Ο στρατηγός Κοσανέρ, υποστήριξε ότι η μεγαλύτερη απειλή για την Τουρκία είναι η «παγκοσμιοποίηση» και όλα τα αρνητικά που πηγάζουν από αυτή. Σύμφωνα με τον στρατηγό, αυτός ο εχθρός παρακινεί τις εθνικές διαμάχες στην Τουρκία. Επίσης, πάντοτε σύμφωνα με τον Κοσανέρ, χρησιμοποιώντας τις κοινωνικές οργανώσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία στηρίζει με εξωτερικές χρηματοδοτήσεις, αποσκοπεί να μεταβάλει την Τουρκία σε ένα «μοντέλο ήπιου Ισλάμ».

Διαβάζοντας το βιβλίο της Amalia Van Gent διαπιστώνουμε ότι η “νέα” Τουρκία ξεκίνησε την περίοδο του Τουργκούτ Οζάλ ως μια προσπάθεια αφομοίωσης και ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια οικονομία. Η συγγραφέας, η οποία υπογραμμίζει ότι κατά την διάρκεια αυτής της πορείας έχουν γίνει οι πιο σημαντικές κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές στη Τουρκία, υποστηρίζει επίσης ότι η ομάδα η οποία τόνισε την Ισλαμική της ταυτότητα και την θυμούνται ως οι “Τίγρεις της Ανατολής”, αποτέλεσε την αρχή της δημιουργίας μιας αστικής μουσουλμανικής τάξης. Αυτή η νέα αστική τάξη, η οποία δεν στηριζόταν από το κράτος, αλλά δημιουργήθηκε κατευθείαν από το διεθνές εμπόριο και για αυτό το λόγο κατέληξε να γίνει μέρος της διεθνούς οικονομίας, υποστηρίζει την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Τουρκία η οποία τα τελευταία πενήντα χρόνια έζησε τέσσερα στρατιωτικά πραξικοπήματα και ουσιαστικά ήταν κάτω από την κηδεμονία της στρατιωτικο-πολιτικής γραφειοκρατίας θα ζήσει σημαντικές αλλαγές και σε αυτό το τομέα. Η πιο σημαντική από αυτές είναι η αλλαγή που θα φέρουν στη χώρα η πολιτική και οικονομική ελίτ με κύριο χαρακτηριστικό τους την Μουσουλμανική τους ταυτότητα.

Μετά το πραξικόπημα της 28ης Φεβρουαρίου 1997 (το οποίο χαραχτηρίστηκε ως ένα μεταμοντέρνο πραξικόπημα), ένα σημαντικό μέρος των Μουσουλμάνων πολιτικών γνωστοί και ως οι “νεωτεριστές”, που υπήρχαν στο περιβάλλον του παραδοσιακού αρχηγού του Ισλαμικού κινήματος Νετζμετίν Έρμπακαν, υπό την αρχηγεία του Ταγίπ Ερντογάν και του Αμπντουλλάχ Γκιουλ, ίδρυσαν το ΑΚΡ αναπτύσσοντας μια νέα πολιτική αντίληψη. Σύμφωνα με αυτή, η πλήρης ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν σημαντική προϋπόθεση για την επιβίωση των Μουσουλμανικών πολιτικών στοιχείων καθώς και για την επανάκτηση των ελευθεριών των Μουσουλμάνων συμπατριωτών τους. Έτσι το δίδυμο Ερντογάν-Γκιουλ το οποίο ίδρυσε το ΑΚΡ και το 2002 κατάφερε να έλθει στην εξουσία, όπως παρατηρεί και η συγγραφέας, είδε την ΕΕ ως σύμμαχο και προσδιόρισε την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως “στρατηγικό στόχο”.

Αυτό το άνοιγμα, το οποίο μετά την τραγική 11η Σεπτεμβρίου 2001 είχε την υποστήριξη και των Ηνωμένων Πολιτειών που άρχισε να αναζητεί ένα “ήπιο Ισλάμ” απέναντι από τον Ισλαμικό Φονταμενταλισμό, βοήθησε το ΑΚΡ να ενδυναμωθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα στελέχη του ΑΚΡ πριν ακόμα αυτό έλθει στην εξουσία, φιλοξενήθηκαν στο Λευκό Οίκο.

Ωστόσο, τα πράγματα έχουν γίνει πολύπλοκα. Ο –σχετικά- νέος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου έχει βάλει νέες προτεραιότητες στην εξωτερική πολιτική της χώρας του. Η προσέγγιση των γειτονικών αραβικών χωρών και πληθυσμών είναι γεγονός, τόσο, μάλιστα που ο Νταβούτογλου επιχαίρει ότι «αντί για το χώρο της συνθήκης του Σένγκεν δημιουργήσαμε τον δικό μας χώρο του Σάμγκεν» όπου «Σαμ» στα τούρκικα σημαίνει «Δαμασκός».

Σήμερα το τοπίο στην Τουρκία είναι θολό. Αναμφισβήτητα οι τούρκοι πολίτες ζουν καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ιστορίας τους αλλά οι μεταρρυθμίσεις εμφανίζουν σημάδια κόπωσης και η στάση της Τουρκίας απέναντι στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι κατά κάποιο τρόπο μετέωρη. Οπότε, το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι «ανήκει η Τουρκία στην Ευρώπη;». τελικά είναι στο χέρι της ίδιας της Τουρκίας να δώσει μια πειστική απάντηση.

http://foreignaffairs.gr/

Advertisements
Αναρτήθηκε στις ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ - ΜΕΛΕΤΕΣ, ΒΙΒΛΙΑ. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: