Η Tουρκία, η Ρωσία, το Ιράν και η Άνοιξη της Συρίας

By TONY BADRAN

Στις 12 Νοεμβρίου, ο Αραβικός Σύνδεσμος ανέστειλε την συμμετοχή της Συρίας του Μπασάρ αλ-Ασάντ. Μετά από αυτό, ο βασιλιάς Αμπντάλα της Ιορδανίας έκανε δημόσια έκκληση στον Πρόεδρο της Συρίας να παραιτηθεί – η πρώτη τέτοια προτροπή από έναν άραβα ηγέτη. Τούρκοι αξιωματούχοι ήταν ακόμη πιο έντονοι:

Δέκα ημέρες μετά την απόφαση του Αραβικού Συνδέσμου, ο Πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κάλεσε ρητά τον Άσαντ να «μετακινήσει (ο ίδιος) τον εαυτό του από τη θέση του», κατηγορώντας τον για «δειλία». Και μόλις αυτή την εβδομάδα, ο Αραβικός Σύνδεσμος επέβαλε κυρώσεις στο καθεστώς, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων της, που «παγώνει» όλες τις συναλλαγές με την Κεντρική Τράπεζα της Συρίας όπως και κάθε οικονομική αλληλεπίδραση με την κυβέρνηση της Συρίας. Το Ιράκ απείχε και ο Λίβανος «διαχώρισε» την θέση του από αυτές τις αποφάσεις.

Προς το παρόν, όμως, ο Άσαντ διατηρείται στην εξουσία – όπως έγινε και στο μεγαλύτερο μέρος του τρέχοντος έτους. Βασίστηκε στις σύμμαχες χώρες, ιδίως το Ιράν και τη Ρωσία, για να εμποδίσει την εναντίον του διεθνή δράση, ελπίζοντας να κερδίσει χρόνο για να καθυποτάξει μόνος του τους διαδηλωτές. Αν και η ισχύς του αποδεικνύεται ασθενέστερη μέρα τη μέρα, θα συνεχίσει να προσπαθεί. Είναι το μόνο που μπορεί να κάνει.

Το Ιράν ήταν στρατηγικός σύμμαχος του καθεστώτος από το 1979. Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, τα δύο καθεστώτα έχουν συνεργαστεί με τον πληρεξούσιο της Τεχεράνης, τη Χεζμπολάχ, για να αντισταθμίσουν τις φιλοαμερικανικές αραβικές χώρες. Η Συρία, εν τω μεταξύ, έχει γίνει απαραίτητη για το Ιράν, χρησιμεύοντας ως προγεφύρωμά της στην ανατολική Μεσόγειο και την κύρια γραμμή εφοδιασμού προς τη Χεζμπολάχ. Κατά συνέπεια, και οι δύο έχουν παράσχει ισχυρή υποστήριξη στον Άσαντ κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης και κανένας τους δεν είναι πιθανό να τον εγκαταλείψει στο μέλλον.

Αν «ο Λίβανος και το Ιράν είναι οι οικονομικοί μας τους πνεύμονες», όπως είπε πρόσφατα ένας σύριος αξιωματούχος [2], τότε «η Ρωσία είναι η πολιτική ασπίδα μας». Πράγματι, η Ρωσία μπλοκάρισε ένα ψήφισμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις αρχές Οκτωβρίου με το οποίο θα είχε καταδικαστεί η Συρία για «σοβαρές και συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και πρότεινε να εξεταστούν πιθανά μέτρα -δηλαδή, κυρώσεις – κατά του καθεστώτος Άσαντ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία ελπίζουν να επανεξεταστεί το θέμα σύντομα (η Γαλλία έχει υποστηρίξει ακόμη και την οικοδόμηση μιας «ασφαλούς ζώνης για την προστασία των αμάχων», αν και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει υιοθετήσει αυτή τη θέση) και θα μπορούσαν να προσπαθήσει να κινητοποιήσουν τον καινοφανή ακτιβισμό του Αραβικού Συνδέσμου για να το πράξει . Αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις αλλαγής της θέσης της Μόσχας. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία καταδίκασε την απόφαση του Αραβικού Συνδέσμου και κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για υποκίνηση της βίας και παρεμπόδιση του διαλόγου.

Για τη Ρωσία, η πίεση από τις ΗΠΑ και την Τουρκία στη Συρία αποτελεί προσβολή στην παραδοσιακή σφαίρα επιρροής της και της ζώνης απομόνωσης μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ. Στην πραγματικότητα, οι μακρόχρονοι στρατιωτικοί δεσμοί της Μόσχας με τη Δαμασκό της επέτρεψαν να προβάλει την ισχύ της στην Μέση Ανατολή αλλά και πέραν αυτής. Για παράδειγμα, οι Ρώσοι απείλησαν συχνά ότι θα προσφέρουν προηγμένα όπλα στη Συρία με σκοπό να αποσπάσουν παραχωρήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Η Συρία προσφέρει επίσης στη Ρωσία μια βάση στη Μεσόγειο, μέσω κοινών ναυτικών εγκαταστάσεων συντήρησης στο συριακό λιμάνι της πόλης Ταρτούς. Το 2008, έγινε λόγος ακόμη και για ανακαίνιση και διεύρυνση του λιμανιού για να φιλοξενήσει μια μόνιμη ρωσική ναυτική παρουσία, αν και τίποτα δεν έχει υλοποιηθεί έκτοτε. Έτσι θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη ότι αφότου ο Αραβικός Σύνδεσμος κινήθηκε εναντίον του Άσαντ, η Μόσχα ανακοίνωσε ότι θα συνεχίσει να τιμά όλες τις εξοπλιστικές συμβάσεις με την κυβέρνηση της Συρίας και ότι θα στείλει αυτό το καλοκαίρι πολεμικά πλοία να πραγματοποιούν ναυτικές ασκήσεις στη Συρία (καθώς και στη Βηρυτό, τη Γένοβα και την Κύπρο). Στη Συρίας, οι προπαγανδιστές προσπάθησαν να εξηγήσουν την είδηση αυτή ως ότι η Ρωσία χαράζει έτσι μια «κόκκινη γραμμή» γύρω από τη Συρία. Οι Ρώσοι, ωστόσο, ήταν πιο ήπιοι: στρατιωτικές πηγές στη Μόσχα, είπαν στην εφημερίδα Izvestia ότι η κίνηση αυτή είχε προγραμματιστεί πριν από ένα χρόνο και δεν έχει καμία σχέση με τη συνεχιζόμενη κρίση στη Συρία.

Μέχρι να χαθεί η πίστη του Κρεμλίνου προς τον Assad, ο ηγέτης της Συρίας δεν χρειάζεται να φοβάται τα Ηνωμένα Έθνη. Αλλά μήπως πρέπει να φοβάται το ΝΑΤΟ;

Η απάντηση εξαρτάται από την Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά την έναρξη της κρίσης, η Άγκυρα καθυστέρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες από το να εγκρίνουν επισήμως μια πολιτική αλλαγής του καθεστώτος Συρία. Ο Ερντογάν ήταν προσωπικός φίλος του Άσαντ και είναι φοβήθηκε αναταραχή στα σύνορα της χώρας του. Καθ ‘όλη την άνοιξη και το καλοκαίρι, ο Τούρκος πρωθυπουργός επιχείρησε να μεσολαβήσει για μια πολιτική λύση στην κρίση, αλλά ο Άσαντ συνεχώς τον σταματούσε. Τώρα, η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι ο Άσαντ δεν έχει μέλλον και προσπαθεί – λίγο διστακτικά – να ρίξει το βάρος της στην υποστήριξη της εξέγερσης.

Σίγουρα ο Ερντογάν έχει υιοθετήσει μια πολιτική ανοιχτής αντιπαράθεσης με τον Άσαντ. Η Τουρκία συμφώνησε επίσης να συμπλεύσει με μερικές από τις κυρώσεις του Αραβικού Συνδέσμου και προσέφερε καταφύγιο στο διοικητή και αρκετά στελέχη του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, δηλαδή την ομάδα των αποστατών από τις δυνάμεις του Assad, οι οποίοι εμπόδισαν τις δυνάμεις ασφαλείας να ανακαταλάβουν, μεταξύ άλλων περιοχών, τη ζωτικής σημασίας πόλη Χομς. Ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου μέχρι που υπέδειξε [3] ότι αν συνεχιστούν οι δολοφονίες, η Άγκυρα δεν θα απέκλειε περιορισμένη ανθρωπιστική παρέμβαση. Η πιο πιθανή μορφή θα ήταν καθοριστεί μια ασφαλής ζώνη κατά μήκος των συνόρων – αυτό που οι δημοσιογράφοι που ασχολούνται με το συριακό ζήτημα αναφέρουν ως ένα είδος συριακής «Βεγγάζης», όπως η βάση των ανταρτών στη Λιβύη νωρίτερα φέτος.

Παρ ‘όλα αυτά, οι Τούρκοι σταμάτησαν πριν να βάλουν πόδι στο έδαφος της Συρίας. Και ο Άσαντ θα ήθελε να μείνουν τα πράγματα ως έχουν. Το συριακό καθεστώς πιστεύει ότι έχει ακόμα δύο «χαρτιά» να παίξει για να συγκρατήσει την Άγκυρα από μια ενεργό παρέμβαση: ο συνεχιζόμενος πόλεμος της τουρκικής κυβέρνησης εναντίον του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) και την απροθυμία της να έλθει σε σύγκρουση με το Ιράν.

Ο Άσαντ αποκαθιστά σχέσεις με το PKK, επιτρέποντας στο ΡΚΚ να δημιουργήσει βάσεις σε συριακό έδαφος, κάτι που είχε απαγορευθεί από το 1988 ως μέρος μιας συμφωνίας ειρήνης με την Τουρκία. Το Ιράν έχει επίσης χρησιμοποιήσει το ΡΚΚ εναντίον της Τουρκίας. Τον Αύγουστο, σύμφωνα με πληροφορίες, συνελήφθη και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος, ο εν ενεργεία αρχηγός του ΡΚΚ κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στα βουνά Καντίλ. Οι Τούρκοι εξηγούν την κίνηση ως ένα μήνυμα να αφήσουν ήσυχη τη Δαμασκό. Επιπλέον, σύμφωνα με την Le Figaro [4], ο Άσαντ έφτασε μέχρι του σημείου να επιτρέψει στο κόμμα Συριακή Κουρδική Δημοκρατική Ένωση, μια θυγατρική του ΡΚΚ, για να λειτουργούν σε κουρδικές περιοχές της Συρίας. Σε αντάλλαγμα, το κόμμα φέρεται να συμφώνησε να μην συμμετάσχει στις διαδηλώσεις μαζί με τη Συριακή Αραβική αντιπολίτευση.

Αλλά το Κουρδικό «χαρτί» δεν είναι ισχυρό, λόγω κυρίως του ότι οι Κούρδοι της Συρίας δεν έχουν επενδύσει στην επιβίωση Ασάντ. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο Κατάρ τον Οκτώβριο, ο Νταβούτογλου προειδοποίησε ότι η Συρία θα πρέπει να θυμάται το παρελθόν, αναφερόμενος στο 1998, όταν η Τουρκία απείλησε να εισβάλει στην Συρία για την υποστήριξή της προς το PKK. Η Άγκυρα έστειλε ενισχύσεις στα σύνορα, κίνηση η οποία ήταν αρκετή για να πείσει τη Δαμασκό να υπογράψει σύντομα μία συμφωνία τερματισμού κάθε υποστήριξης προς το ΡΚΚ.

Εξηγώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες η Τουρκία θα μπορούσε να αποφασίσει να παρέμβει ενεργά, ο επικεφαλής σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν, Ιμπραήμ Καλίν, σημείωσε [5], ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί πριν να αρχίσουν «εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι … να μεταναστεύουν στην Τουρκία». Κι αν οι Τούρκοι πράγματι αποφασίσουν μια περισσότερο επιθετική πολιτική, θα θελήσουν πρώτα να εξασφαλίσουν μια διεθνή εντολή και μια ισχυρή υποστήριξη του ΝΑΤΟ, επειδή η Άγκυρα δεν θα ήθελε να αντιμετωπίσει μόνη της πιθανά αντίποινα από τη Συρία και το Ιράν.

Ωστόσο, παρότι η Γαλλία έχει ταχθεί υπέρ της δημιουργίας «ανθρωπιστικών ζωνών», το υπόλοιπο του ΝΑΤΟ δεν το έχει κάνει. Ο πιο σημαντικός παίκτης, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αποφεύγει την άμεση παρέμβαση. Αντ ‘αυτής, η Ουάσιγκτον κάνει έκκληση για αποστολή διεθνών παρατηρητών και εμβάθυνση των οικονομικών και πολιτικών πιέσεων. Η μόνη σημαντική δήλωση για το τι θα μπορούσε να επιταχύνει μια παρέμβαση ήρθε από τον εκπρόσωπο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, Ivo Daalder. Κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στις 7 Νοεμβρίου στο Ατλαντικό Συμβούλιο, παρουσίασε τρεις προϋποθέσεις για να εξεταστεί η παρέμβαση στη Συρία: «μια αποδεδειγμένη ανάγκη, μια περιφερειακή υποστήριξη και μια στέρεη νομική βάση για δράση». Κανένα από αυτά, πρόσθεσε γρήγορα ο ίδιος, δεν ταιριάζει στην περίπτωση της Συρίας. Δεν είναι σαφές τι μπορεί να θεωρηθεί ως «αποδεδειγμένη ανάγκη», αν και ίσως το σενάριο του Kalin περί εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων προσφέρει μια ένδειξη. Η αναφορά σε «νομική βάση για τη δράση» σημαίνει να υπάρξει μια εντολή του ΟΗΕ, η οποία, δεδομένου του βέτο της Ρωσίας, είναι απίθανο να δοθεί σύντομα. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε παίκτης αποφεύγει την «καυτή πατάτα», με τις Ηνωμένες Πολιτείες να κοιτούν προς τον Αραβικό Σύνδεσμο και την Τουρκία για πρωτοβουλίες, με την Τουρκία, εντελώς προβλέψιμα, να περιμένει να πάνε τα πράγματα τόσο άσχημα για τους άλλους ώστε να παρέμβει εντέλει.

Τώρα, περισσότερο από οποιαδήποτε επικείμενη διεθνή παρέμβαση, το μεγαλύτερο πρόβλημα του Άσαντ έχει γίνει η αδυναμία του να χρησιμοποιήσει το χρόνο που κέρδισαν γι’ αυτόν οι σύμμαχοί του και οι επιφυλακτικοί εχθροί του, προκειμένου να κατευνάσει τους διαδηλωτές και να αναλάβει τον πλήρη έλεγχο της χώρας χωρίς να χρησιμοποιήσει τόση πολύ βία και να προκαλέσει τελικά μια εξωτερική παρέμβαση. Μετά τις αποτυχημένες προσπάθειές του να στρέψει τις εγχώριες φατρίες τη μια εναντίον της άλλης, ο Άσαντ έχει αναγάγει σε εθνικό παιχνίδι το «κλέφτες και αστυνόμοι» με τους διαδηλωτές και έναν αυξανόμενο αριθμό αποστατών από το στρατό. Η όλο και πιο αιματηρή στρατηγική έχει μειώσει τον κύκλο των φίλων του Assad – στο εξωτερικό και στο εσωτερικό. Του απομένουν λιγότεροι σύμμαχοι μέσα στη Συρία μέρα με τη μέρα, και ακόμη και η αξιοπιστία της Ρωσίας και η διστακτικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσαν τελικά να τεθούν σε δοκιμασία αν διογκωθεί ο αριθμός των νεκρών στη Συρία. Και είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί.

Ακόμα κι έτσι, ο Άσαντ δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίσει να εφαρμόζει σχέδια από το ίδιο σενάριο. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο πρέσβης της Συρίας στις ΗΠΑ, Ιμάντ Μουσταφά, φέρεται να αναγνώρισε ότι το καθεστώς θα αντιμετωπίσει μια ασφυκτική διεθνή απομόνωση. Ωστόσο, ο Μουσταφά φέρεται να πρόσθεσε ότι η Συρία θα στραφεί προς τα ανατολικά στη Ρωσία, την Κίνα και την Ινδία, για την επόμενη δεκαετία μέχρι ο κόσμος να ξεχάσει την βίαιη καταστολή από το καθεστώς. Τότε, ίσως μετά από δέκα χρόνια, όλες οι πρωτεύουσες του κόσμου επιδιώξουν μια επαναπροσέγγιση της Δαμασκού. Το πρόβλημα με αυτό το σενάριο είναι ότι οι περισσότερες πρωτεύουσες στον κόσμο δεν προβλέπουν πια ότι ο Άσαντ θα επιζήσει από αυτή την κρίση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο TONY BADRAN είναι ερευνητικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Υπεράσπισης της Δημοκρατίας ( Foundation for Defense of Democracies) [1].

http://www.foreignaffairs.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: